Ο Μέγας Χρυσόστομος στην ομιλία του
στον 115ο ψαλμό αναρωτήθηκε γιατί λέει ο Λουκάς «ο Θεός άνοιξε την
καρδιά της Λυδίας (στους Φιλίππους) να προσέχει στα λόγια του Παύλου» και γιατί
λέει ο Χριστός «κανείς δεν έρχεται προς εμένα, αν δεν τον ελκύσει ο Πατήρ». Αν
λοιπόν ο Πατήρ ελκύει, ο Υιός χειραγωγεί, το Πνεύμα φωτίζει, γιατί αμαρτάνουν
αυτοί που ούτε ελκύστηκαν, ούτε χειραγωγήθηκαν, ούτε φωτίστηκαν ; Επειδή δεν
καθιστούν τον εαυτό τους άξιο να τα δεχτούν.
Δες ότι αυτό συνέβηκε και με τον
Κορνήλιο (τον Ρωμαίο εκατόνταρχο). Ο Θεός τον κάλεσε επειδή πρόλαβε και
κατέστησε τον εαυτό του άξιο. Αν και τού Θεού είναι το να ελκύει και να
χειραγωγεί, όμως ψάχνει ψυχή υπάκουη. Αν και σχεδόν τα πάντα για την σωτηρία
μας είναι τού Θεού, όμως άφησε και σε μάς κάτι μικρό, ώστε να έχει κάποια αιτία
να μάς στεφανώσει.
Τα λόγια του Χρυσοστόμου μου
θύμισαν ότι και στο σχολείο το καλό μάθημα δεν είναι μόνο στο χέρι του
Καθηγητή. Για να πετύχει η διδασκαλία πρέπει να βοηθήσουν και οι μαθητές με την
προσοχή τους, το ενδιαφέρον τους, το επίπεδο μόρφωσης που έχουν. Δυστυχώς
σήμερα οι μαθητές με την αδιαφορία και την βαριεστιμάρα τους αχρηστεύουν και τον
καλύτερο Καθηγητή. Θα σας πω εγώ πώς κατάφερα να κάνω τον εαυτό μου ανάξιο να
με ελκύσει ο Θεός και ο καθένας ας ψάξει για τον εαυτό του.
Κατέστησα τον εαυτό μου ανάξιο
επειδή δεν επικοινωνούσα με τους άλλους. Φανταστείτε η γιαγιά μου μιλούσε μόνο
τουρκικά, τα ελληνικά τα καταλάβαινε αλλά δεν μπορούσε να τα μιλήσει, κι εγώ
δεν κατάφερα να μιλήσω μαζί της αν και έζησα κοντά της 40 χρόνια. Οι γονείς μου
επιδίωξαν να μην μάθω τουρκικά για να λένε τα μυστικά τους, αλλά ήταν στο χέρι
τους να το καταφέρουν αν εγώ ήξερα να επικοινωνώ ;
Κατέστησα τον εαυτό μου ανάξιο
επειδή από μικρό παιδάκι μού μπήκε η ιδέα ότι είμαι καλύτερος από τους άλλους.
Ήμουν και καλός μαθητής στο σχολείο, ο χαϊδεμένος του δασκάλου που ήταν και
παπάς, κι έτσι ο εγωισμός μου πήρε και θρησκευτικό περιτύλιγμα. Έτσι μεγάλωνα
σ’ έναν ψεύτικο φανταστικό κόσμο, αφού ο μακαρίτης ο δάσκαλος που τον είχα για
θεό μέσα μου, μ’ έστελνε να φέρνω και βέργες για να δέρνει τους συμμαθητές μου.
Έτσι επαληθεύτηκαν και σε μένα τα λόγια του Ζαμπέτα «ο πιο καλός ο μαθητής
ήμουν εγώ στην τάξη, αλλά στην ζωή πήρα μηδέν».
Κατέστησα τον εαυτό μου ανάξιο επειδή
άφησα τις φαντασιώσεις να κυριαρχήσουν μέσα μου χωρίς να υποπτευθώ την παγίδα που
μού έστηνε ο Πονηρός. Επειδή ήμουν συνεχώς μ’ ένα βιβλίο χωρίς πολλές
χειρωνακτικές εργασίες και απομονωμένος από τους άλλους, σιγά σιγά γλιστρούσα
από τον πραγματικό κόσμο, στον κόσμο της φαντασίας. Έφτασα για να με πάρει ο
ύπνος να αναπολώ τις όμορφες γυναίκες που είχα δει στην τηλεόραση και να
αμαρτάνω συνεχώς με τον νου, χωρίς να μού περνάει ιδέα σε τι παγίδα είχα
πιαστεί.
Κατέστησα
τον εαυτό μου ανάξιο επειδή φρόντιζα να ξεγλιστράω διαρκώς από τον πόνο. Μια
ένεση θα μού έκαμναν κι εγώ να έχω το μυαλό μου σε παιχνίδια και διακοπές για
να μην νοιώσω τον πόνο της βελόνας. Και το αστείο είναι ότι πίστευα πως κάμνω
κάτι πολύ έξυπνο. Αυτά που λέει η Χάρις Αλεξίου στο όμορφο τραγούδι της με περιγράφουν πολύ καλά : «Μια ζωή
περνάς ξυστά / Απ' τον πόνο μπροστά / Σαν νεράκι πάντα γλιστράς / Να ξεχάσεις
ζητάς. Αχ καρδιά μου αχ που γυρνάς / Με
το βλέμμα σου αλλού / Αχ για το όνομα του Θεού / Σε ποιον κόσμο πετάς. Εδώ σε θέλω / Στα δύσκολα μπες
/ Να δεις πως αγιάζουν του κόσμου οι πληγές εδώ σε θέλω / Να
αντέχεις να ζεις / Και απ' τη μοναξιά σου να βγεις.
Με την ευκαιρία να πως και δυο λόγια γι
αυτούς που γράφουν την «Αυτοβιογραφία» τους και βλέπουν μόνο τα λάθη που έκαναν
οι άλλοι και βγάζουν τον εαυτό τους αθώα περιστερά. Μόνο αν έχουν την τόλμη και
την ειλικρίνεια να γράψουν σε πόσα έφταιξαν οι ίδιοι και βγάζουν το συμπέρασμα
ότι είναι άχρηστοι μεν αλλά με διάθεση να συνεχίσουν τον αγώνα τούς
εμπιστεύομαι, διαφορετικά μια «Αυτοβιογραφία» δοξολογία τού εαυτού τους είναι για
τα σκουπίδια.