Ο άγιος
Ιωάννης ο Σιναΐτης στο σοφό του βιβλίο «Η Κλίμαξ» γράφει στον λόγο του περί
ξενητείας : «αληθινά ξένος είναι εκείνος που ενώ προσέχει όταν του μιλάνε και
καταλαβαίνει καλά τι του λένε, και είτε καλό του πουν είτε κακό, δεν μιλάει
καθόλου, αλλά σιωπά με υπομονή και δεν απαντάει στα λόγια τους, σαν να μιλούσαν
άλλη γλώσσα και αυτός άλλη και να μην τους καταλάβαινε».
Το 2001 σε σχολική εκδρομή τρώγαμε
σε μια όμορφη πλατεία στο Ναύπλιο οι συνοδοί καθηγητές και ο οδηγός του λεωφορείου.
Ο οδηγός ήταν Προτεστάντης και επειδή εγώ στο λεωφορείο είχα πει κάποιες
ιστορίες από το Γεροντικό (σήμερα εννοείται οι μαθητές δεν ακούν τίποτα), με
τσίγκλησε για αγίους, μυστήρια, την Παναγία κλπ που οι Προτεστάντες δεν
παραδέχονται. Εγώ τσίμπησα, και φάγαμε 2 ώρες να μιλάμε και ούτε το φαγητό
ευχαριστήθηκα ούτε το υπέροχο μέρος. Λέω σ’ ένα Γυμναστή. Εσύ δε λες τίποτα ;
Εγώ «αγοράζω», μού είπε. Αχ, γιατί να μην «αγοράζω» κι εγώ ;
Μακάρι τον Αύγουστο του 1987 στην
εξομολόγηση στον π. Κωνσταντίνο και μέλλοντα πεθερό μου, τότε που ήμουν
απελπισμένος από τις σαρκικές αμαρτίες που έπεφτα, και μου είπε «Χαράλαμπε
απορώ μαζί σου, γιατί δεν παντρεύεσαι ;» να μην απαντούσα τίποτα. Εγώ όμως
μίλησα και είπα «να παντρευτώ πάτερ ;» και τότε είναι που μού είπε τα λόγια που
με ώθησαν εντελώς επιπόλαια και τρέχοντας να προχωρήσω στον γάμο. Αχ, γιατί να θέλω να μιλάω ;
Όποτε μιλούσε κάποιος με όμορφα λόγια
ενθουσιαζόμουν και πρόσθετα κι εγώ στα λόγια του. Έτσι όμως ήμουν ένα εύκολο
θύμα σε όποιον ήθελε να με εκμεταλλευτεί. Μού λέει συχνά η γυναίκα μου «εσένα
όποια γυναίκα ήθελε σε ξεγελούσε». Κι εγώ λέω από μέσα μου «απλώς πρόλαβες
εσύ». Επειδή όταν «συμφωνούσαμε» πως θέλουμε την ζωή μας, μέσα της δεν
συμφωνούσε, αλλά και ήλπιζε ότι θα με αλλάξει και την πίεζαν σφικτά οι γονείς
της να παντρευτεί, επειδή ακολουθούσαν άλλες 3 αδερφές και είχε αγχωθεί η
πεθερά μου να τις παντρέψει.
Πόσο το χάρηκα προχθές σε σχολική
εκδρομή που ενώ πίναμε καφέ με τους συναδέλφους ανοίχτηκε θέμα για την
αποτέφρωση των νεκρών και με έκπληξη είδα πόσο παράξενες απόψεις είχε ένας
συνάδελφος. Είπα μόνο 2 λόγια για ποιο λόγο την καταδικάζει η Ορθόδοξη Εκκλησία
και τίποτα άλλο. Έτσι από μόνοι τους αλλάξανε θέμα και χάρηκα και τον καφέ και
το όμορφο μέρος.
Λέει ο Γέροντας Γεώργιος Αλευράς, και
να σε τραβάνε να τούς μιλήσεις για τον Χριστό πες τους «Ωχ αφήστε με εμένα,
βρέστε κανένα άλλο να σάς μιλήσει». Θυμάμαι τότε στην Χριστιανική Φοιτητική
Δράση πώς κυνηγούσαμε τους άλλους να τούς μιλήσουμε για τον Χριστό. Γι αυτό
πιανόμασταν κορόιδα.
Συνηθίζουμε τις Κυριακές μετά την
Εκκλησία να τρώμε πρωινό μαζί με 2 κουνιάδες μου και τις οικογένειές τους. Σ’
ένα πρωινό αρπαχτήκαν σε καυγά η γυναίκα μου με μια αδερφή της, αν είναι καλό
ενώ σπουδάζουν στην Ελλάδα οι νέοι μετά να εργάζονται στο εξωτερικό. Αυτής της
κουνιάδας και οι 2 γιοί της εργάζονται σε άλλες χώρες. Και τι έγινε ; Και οι
καρδιές τους πικράθηκαν και το ευχάριστο πρωινό μάς χάλασαν.
Την Μεγάλη Παρασκευή μετά την
περιφορά του Επιταφίου την ώρα που περνάμε όλοι κάτω από τον Επιτάφιο και
μπαίνουμε στον ναό, ψέλνουν οι ψάλτες το ακόλουθο όμορφο τροπάριο στο οποίο 10
φορές ο Χριστός ονομάζεται ξένος.
Βλέποντας τον
ήλιο να κρύβει τις ίδιες του τις ακτίνες και το καταπέτασμα του ναού να
σχίζεται με τον θάνατο του Σωτήρα, ο Ιωσήφ
προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά τον ικετεύει λέγοντας: Δώσ’ μου τούτο τον ξένο,
που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενείται στον κόσμο. Δώσ’ μου τούτο τον ξένο, που οι συμπατριώτες του από μίσος
τον θανατώνουν σαν ξένο. Δώσ’ μου τούτο
τον ξένο, γιατί παραξενεύομαι καθώς βλέπω την ξενιτιά του θανάτου. Δώσ’ μου τούτο τον ξένο, που ξέρει να φιλοξενεί τους
φτωχούς και τους ξένους. Δώσ’ μου τούτο
τον ξένο, που οι Εβραίοι με φθόνο εξόρισαν απ’ τον κόσμο. Δώσ’ μου τούτο τον ξένο, να τον κρύψω σε τάφο, γιατί σαν
ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Δώσ’
μου τούτο τον ξένο, που αντικρύζοντάς τον νεκρό, η Μάνα του φωνάζει: Ω, Υιέ και Θεέ μου, αν και πληγώνονται τα σωθικά μου κι η
καρδιά μου σπαράζει που σε βλέπει νεκρό, αλλά αναθαρρώντας απ’ την ανάστασή
σου, δοξάζω Σε. Και με τούτα τα λόγια ικετεύοντας
τον Πιλάτο ο άρχοντας λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα, και σε σεντόνι και σμύρνα το τυλίγει με φόβο πριν το βάλει
στον τάφο. Το Σώμα αυτό που παρέχει σε όλους την αιώνια ζωή και το μέγα έλεος.