Δεν άκουγα ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. Τυχαία στα Shorts που μου έβγαζε το YouTube μου έκαναν εντύπωση μερικές φράσεις του και είπα ν’ ακούσω μερικές ομιλίες του. Έμεινα έκπληκτος από το πόσο ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας, γι αυτό και πληκτρολόγησα την ομιλία του «περί παθών» για να κάνω κι εσάς μετόχους στις αποκαλύψεις των λόγων του.
Μου έκανε εντύπωση που μου ζητήσατε να μιλήσω περί των παθών. Θυμήθηκα έναν μοναχό που είχε επισκεφθεί τον όσιο Ποιμένα και άνοιξε λόγο για την βασιλεία των ουρανών. Ο όσιος στεκόταν ακίνητος και δεν έλεγε τίποτα. Και ο επισκέπτης που είχε κάνει ολόκληρο ταξίδι έφυγε απογοητευμένος. Τελικά επέστρεψε πάλι και λέει στον όσιο Πατέρα «θέλω να μου μιλήσεις περί παθών». Και απαντάει αυτός «εάν θέλεις να μιλήσουμε περί παθών τότε μάλιστα, άνοιξε την καρδιά σου και να δεις πόσα θα μπουν μέσα». Άνοιξε πραγματικά την καρδιά του εκείνος και φεύγοντας είπε «αλήθεια, αυτό είναι ο δρόμος που οδηγεί στην βασιλεία των ουρανών», ο λόγος δηλαδή περί παθών.
Σπανίως οι άνθρωποι σκέπτονται έτσι, αλλά όντως ο λόγος περί παθών είναι ο δρόμος που οδηγεί στην βασιλεία του Θεού. Διότι, τι πράγμα είναι τα πάθη ; είναι αυτά που δημιουργήθηκαν όπως ξέρετε από την απώλεια της βασιλείας του Θεού. Γι αυτό λοιπόν ας δούμε πρώτα τι είναι τα πάθη προτού να προχωρήσουμε. Για να το καταλάβουμε θα κάνω μια αναδρομή που ίσως να είναι κουραστική, όμως είναι αναγκαία.
Τα πάθη υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο. Ο Θεός όταν έπλασε τον άνθρωπο τα έκανε όλα υπέροχα ούτως ώστε ο άνθρωπος να μπει μέσα σε ένα ωραιότατο κόσμο, να μην του λείπει τίποτα, να μην έχει καμία ανάγκη, να μην του φταίει τίποτα και να μπορεί να είναι ευτυχισμένος. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ αλλά και άλλες φορές ο ίδιος ο Θεός μέσα στο παράδεισο περπατούσε με τον πρωτόπλαστο. Συζητούσαν μαζί, ήταν ωραιότατες οι συζητήσεις τους μέσα στον παράδεισο που ήταν ο τόπος των θείων συναντήσεων. Ήταν το μέσον και το εργαλείο το οποίο θα υπηρετούσε τον άνθρωπο και θα τον βοηθούσε να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τον Θεό, και να μάθει επιπλέον πως θα είναι κοινωνός θείας φύσεως.
Όλα καλά λίαν. Αλλά και τότε και σήμερα τα πράγματα δεν έχουν κανένα άλλο νόημα παρά μόνο αυτό, της υπηρεσίας του ανθρώπου. Δεν έχουν καμία αξία καθεαυτά, δεν έχουν καμία ποιότητα, καμία σχέση με τον θάνατο ή με την αθανασία. Όλα τα πράγματα και τα έμψυχα και τα άψυχα είναι δοχεία γεμάτα από την αγάπη του Θεού, είναι κάτοπτρα τα οποία μάζεψαν από το φως της θεότητος και επομένως αντανακλούν την ωραιότητα, το μεγαλείο και την σοφία του Θεού.
Ότι και να κοιτάξει κανένας μπορεί να του δείξει τον Θεό. Πολύ δε περισσότερο ο άνθρωπος είναι το κάτοπτρο του Θεού, είναι ο μεγαλοπρεπέστατος βασιλεύς της φύσεως που σκύβει το κεφάλι κάτω από τον βασιλέα των ουρανών. Ο άνθρωπος είναι η ωραιοτέρα αποκάλυψη του Θεού, της φιλανθρωπίας του, της αγάπης του και της δυνάμεώς του. Την κοινωνία μέσα στην οποία ζούσε ο πρωτόπλαστος την αποτελούσαν αυτός και η Εύα, ο άνθρωπος και ο Θεός και η φύση η χωρίς ψυχή. Επικοινωνούσε όμως και με τους αγγέλους κι έτσι ήταν πληρεστέρα η κοινωνία την οποία είχε.
Ο θεοφόρητος άνθρωπος ο οποίος αντήλασσε κάθε μέρα φως και ζωή με τον Θεό ήρθε μια στιγμή που προτίμησε να χάσει τον Θεό για να γίνει θεός ο ίδιος του. Εδελεάσθη από την ωραιότητα την δική του και η διάνοιά του συνέλαβε μια σκέψη, ο ίδιος να γίνει ένα είδωλο. Επομένως έγινε αυτοπλαστουργός, έγινε ένα αυτοείδωλο το οποίο ήθελε να προσκυνείται. Εγκατέλειψε επομένως την ζωοποιό δύναμη και την ζωοποιό σχέση με τον Θεό και εχωρίσθη παντελώς απ’ αυτόν. Και έγινε τώρα ο Αδάμ, ο επαναστάτης Αδάμ, αυτός που είπε, «γιατί να είσαι Θεός εσύ και να μην είμαι θεός εγώ ; Εγώ θα είμαι ο θεός».
Ευθύς αμέσως εχωρίσθη από τον αληθινό Θεό, κι έμεινε μονώτατος, καλαμιά μέσα στον κάμπο. Αξίζει κανείς να την λυπάται. Τόσο πια αξιολύπητος έγινε από την στιγμή εκείνη ο Αδάμ. Αυτός ο ευτυχής, αυτός ο συζητητής, ο σύντροφος, ο φίλος του Θεού, μακριά από τον Θεό, χωρίς την παραμικρά τώρα προστασία. Γίνεται περίφοβος, γίνεται γυμνός, νοιώθει ότι στον χώρο του παραδείσου είναι πλέον ξένος. Τον παράδεισο που τον έκανε γι αυτόν, τον έχασε κι εκείνον. Γίνεται ένκοπος, δηλαδή το κάθε τι για να το πετύχει πρέπει να κοπιάζει πολύ, να χύνει ποτάμια ιδρώτος. Κι ενώ χύνει ποτάμια ιδρώτος οι καρποί του είναι μηδενικοί. Το πολύ πολύ να σπείρει κάποιο χωράφι με κάποιο εργαλείο και να πετύχει κάτι που δεν οδηγεί πουθενά.
Η σχέση του με τον Θεό έπαψε να υπάρχει και επομένως το κοίταγμά του Θεού ήτο τώρα νεκροποιό. Του χορηγούσε περισσότερη νέκρωση. Μέσα στην καρδιά του μπήκε μια μακρινή ελπίδα ότι κάποτε θα λυτρωθεί. Τώρα όμως στέναζε, τώρα βογγούσε, τώρα πονούσε και δεν υπήρχε τίποτα να τον απαλλάξει απ’ αυτή την θλίψη. Διότι ζούσε ως θεός και δεν υπήρχε κανένας ανώτερος για να τον απαλλάξει. Η φύση επαναστάτησε εναντίον του επαναστάτη ανθρώπου και το παν εστρέφετο τώρα εναντίον του. Η φύση ένοιωθε ότι ο άνθρωπος ο πρώην βασιλιάς της, έγινε τώρα ένας δήμιος.
Η ασφάλεια που ένοιωθε μέσα στον παράδεισο ο πρωτόπλαστος και η τρυφή του παραδείσου αντικαθίστανται με δυο άλλα πράγματα. Η μεν ασφάλεια με την αγωνία και με την μέριμνα να δημιουργήσει καινούργιο τρόπο τώρα ασφαλείας. Και την τρυφή την αντικατέστησε η οδύνη, ο πόνος, η θλίψη, το βογγητό. Ήταν κυριευμένος από την φαντασιόπληκτο εκείνη ιδεοληψία του της αυτοθέωσής του. Ήταν κυριευμένος από ένα ψεύτικο όνειρο το οποίο δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια σκιά. Και επομένως δεν είχε μέσα του καμία αίσθηση ζωής και δεν είχαν κανένα νόημα οι πράξεις του, δεν οδηγούσαν πλέον πουθενά.
Η μέριμνα αποδεικνύεται εντελώς αδύναμη για να μπορέσει να τον κινήσει σε μια πράξη ουσιαστική και γίνεται μια πλήρης ματαιοπονία. Οι σχέσεις του με τα πράγματα και με τα ολισθηρά διαβοήματα της καρδιάς του, του δημιουργούσαν ένα βίωμα ασήκωτο ενός μανιακού ριψίματος επάνω στην γη. Αφού Θεό δεν είχε πλέον, ουρανό δεν ήλπιζε, συντροφιά δεν κατείχε, το μόνο το οποίο είχε ήταν το χώμα της γης που έπρεπε να καλλιεργεί. Και η απώλεια αυτής της ισορροπίας, αυτής της χαράς, η απώλεια του Θεού από τον Αδάμ, ήταν απώλεια όλου του ανθρωπίνου γένους.
Επομένως ο άνθρωπος πλέον δεν έχει Θεό. Ο άνθρωπος ξεχνάει τον Θεό. Ο άνθρωπος γίνεται δυστυχής και αμαρτωλός. Η αμαρτία του είναι αυτή η μοναξιά, είναι η στέρηση της συντροφιάς εις τον εαυτό του. Η αμαρτία του είναι ότι είπε στον Θεό «κάθισε εσύ πάντα εκεί κι εγώ είμαι αυτάρκης». Επομένως η σχέση παντός ανθρώπου και με τα έμψυχα και με τα άψυχα από τότε δεν είναι μια σχέση που τον οδηγεί σε κάποια κοινωνία, αλλά απλώς είναι μια προβολή των αναγκών του ανθρώπου. Είναι μια νοητική και μια καρδιακή ας πούμε κίνηση προς τα έξω η οποία δεν τον ενώνει με κάτι άλλο, δεν αγκαλιάζει κάτι άλλο και μάλιστα τον Θεό, αλλά όπως σκύβει βλέπει την απουσία παντός εταίρου, βλέπει την δική του την ερημιά. Και άρα ο κόπος του ήταν άστοχος δηλαδή δεν στόχευε πουθενά. Ήταν άσκοπος δεν πετύχαινε κανένα σκοπό.
Οι πράξεις του επομένως αρχίζουν να γίνονται πράξεις που του έδιναν ταραχή, που του έδιναν άγχος, που του έκαναν ένα βραχνά μέσα στην ψυχή του και όταν κανείς κουράζεται έτσι και βραχνιάζει η ψυχή του όπως το καταλαβαίνετε παύει να έχει μια λογική, αλλά κάνει κάθε φορά αυτό που μπορεί να κάνει. Επομένως οι κινήσεις του και η λογική του απέκτησαν μια αλογία, μια παραλογία. Οι κινήσεις του και τα πάντα ήταν μια σήψη, ένα λιώσιμο, ήταν μια φθορά που οδηγούσε στον τάφο. Άλογος η σχέση του με τους ανθρώπους, άλογον το μίσος που είχε εναντίον του Θεού, άλογα τα πάντα. Παράλογα, χωρίς να τον διευκολύνουν καθόλου. Αυτό σημαίνει πως ήταν τώρα ένας δεμένος, δεν μπορούσε να λυτρωθεί, δεν μπορούσε ν’ αγαπήσει, δεν μπορούσε να μην πεθάνει, δεν μπορούσε να έχει Θεό, δεν μπορούσε να κάνει αυτό που ήθελε, έκανε εκείνο που δεν ήθελε.
Έπεσε δηλαδή σε δυο νόμους μέσα του, έπαθε μια σχιζοείδεια, σκορπίστηκε η καρδιά του, σκορπίστηκε η ζωή του, έγινε σαν το νερό το χυμένο, το οποίο το βλέπεις όταν τρέχει πηγαίνει από δώ κι από κει, σκορπιόταν κι έλιωνε καθημερινά την ζωή του. Έγινε ένας σκλάβος, ένας ανελεύθερος. Και όσο τον έδεναν τα σχοινιά της δουλείας του, τόσο τα τραβούσε να λυτρωθεί κι αυτά τόσο περισσότερο τον έσφιγγαν. Όσο έβλεπε την κατάντια του, όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, τόσο τον έπιανε και μια μανία εναντίον του Θεού, που νόμιζε πως φταίει ο Θεός. Και ταυτόχρονα αισθανόταν ότι έχανε όλο και περισσότερο την δυνατότητα να κυβερνάει τον εαυτό του.
Επομένως η ετεροκρατία του αυτή και η μανία εναντίον του Θεού ήταν δυο χαρακτηριστικά της καινούργιας αμαρτίας. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε πλέον να λυτρωθεί. Ότι κι αν έκανε, ότι κι αν έλεγε του εφαίνετο ότι ξερίζωνε τα σωθικά του και τα πετούσε έξω. Οι κινήσεις του αυτές ήταν σύμφυτες με την καρδιά του τώρα. Είχαν ζυμωθεί με την ψυχή του και ότι εγίνετο ήταν ένα βγάλσιμο της ψυχής. Έβγαζε και δεν είχε τίποτα να βάλει. Διελύετο και δεν είχε τίποτα για να συνθέσει την δική του την ζωή. Τα πάθη του τον έκαναν ακόμα περισσότερο να μεριμνά και η μέριμνα τον ανάγκαζε να μεγαλώνει την αντίσταση εναντίον του Θεού, μήπως υποκύψει ο Θεός.
Έτσι όμως αντιλαμβάνεστε ότι η ζωή του ανθρώπου έγινε πολύμοχθος και η αμαρτία του έμεινε οριστική. Δεν υπήρχε πια τρόπος να λυτρωθεί διότι δεν μπορούσε να ζητήσει την σωτηρία, διότι αρνήθηκε τον Θεό. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν καταλάβαινε τον εαυτό του διότι και λογική του τώρα παρήλλαξε, και η λογική του ανετράπη κι έγινε χωρίς λογική. Η αμαρτία έγινε κομμάτι της σάρκας του και κομμάτι της ψυχής του. Και τα πάθη του ήταν τα βογγητά, ήταν ο λόξυγκας, ήταν η βλέννα, ήταν ότι έβγαζε το είναι του για να μπορέσει να νοιώσει λίγη ανακούφιση. Με τα πάθη προσπαθούσε να νοιώσει ότι έχει και αυτός ζωή μέσα του.
Όμως το πάθος δεν είναι ζωή, το πάθος είναι θάνατος. Η πόρτα της επιστροφής στον Θεό είχε κλειστεί από τον ίδιο του. Η μόνωσή του στην οποία είχε περιπέσει και το πάθος που τον χαρακτήριζε έκαναν την ζωή του να είναι μια κατάρα, να είναι μια συμφορά. Αν υπήρχε κάποιο ορόσημο μπροστά του προς το οποίο έτεινε, το ορόσημο αυτό ήταν η ημέρα και ο τόπος του θανάτου του. Μπροστά του έβλεπε μόνο τον χάρο και τίποτα άλλο. Και επομένως οι νύχτες του ήταν πληγώματα και οι μέρες του ήταν δάκρυα απέραντα. Που είναι τα χαρίσματα που του είχε δώσει ο Θεός ; που είναι οι χαρές εκείνες που είχε ; που είναι οι αποκαλύψεις που του έκανε ο Θεός ; που είναι οι ωραιότατες αναμνήσεις που είχε που αντιφέγγιζαν την σοφία του ουρανού ;
Όλα εκείνα έφυγαν μαζί με τον Θεό που ξεχάστηκε. Λυθήναι πλέον αδύνατον, όπως λέγουν οι Πατέρες. Δέδεται αλύσεσι σκότους η ψυχή του, λέγει κάποιος Πατήρ. Με αλύσεις που έριχναν την καρδιά του μέσα στην σκοτεινιά. Το σώμα του κι αυτό δούλευε στην αμαρτία, διότι το σώμα κάνει ότι το διατάζει η ψυχή. Επομένως το σώμα του έσπρωχνε την ψυχή ακόμη περισσότερο προς τον θάνατο. Είχε γίνει ένας διαρρήκτης της καρδιάς του που έκλεψε τα μυστικά της και τις ομορφιές της και τις ελπίδες της ο ίδιος ο άνθρωπος. Και τώρα πως θα σωθεί ο άνθρωπος, δηλαδή πως θ’ απαλλαγεί από τα σκότη αυτά των παθών ;
Το πάθος του είναι όπως καταλάβατε αυτό, το ότι δεν μπορεί να κάνει αυτό που πρέπει. Ότι δεν κατανοεί, δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνει κι ότι η μόνωση είναι ένας καταπέλτης που τον χτυπάει, η μόνωση από τον Θεό. Η μόνωση, η απερίγραπτη αυτή φρίκη που τον εξηνάγκαζε να είναι κάτι που χτυπιέται. Για να λυτρωθεί από τα πάθη έπρεπε να το θελήσει ιδία βουλήσει, διότι ο Θεός όπως ξεύρουμε τον ηγάπησε σαν άνθρωπο και όχι σαν ζώο, τον ηγάπησε πλούσιο στην ελευθερία του και ουδέποτε έκανε κάτι χωρίς να το θέλει ο άνθρωπος. Ουδέποτε ο Θεός εξηνάγκασε κανένα, ουδέποτε μπήκε στην ζωή κάποιου ανθρώπου.
Είδατε ότι τρία χρόνια ζούσε μαζί με τον Ιούδα που θα τον πρόδιδε, το ήξερε ο Κύριος ως Παντογνώστης, και ούτε μια φορά δεν του είπε, «εσύ που σε διάλεξα απόστολο, ξέρεις τι ετοιμάζεσαι να κάνεις ;» Ποτέ, μόνο με αγάπη του μιλούσε. Και του είχε δώσει ακόμη και τα λεφτά να κρατάει, αν και ήξερε πως ήταν κλέφτης, μόνο και μόνο για να του δώσει την δυνατότητα να νοιώσει την συντροφιά του Χριστού. Να νοιώσει την αγάπη του, να νοιώσει τον σεβασμό του Χριστού προς αυτόν και αν μπορέσει εκείνος να σηκωθεί στο ύψος του θεαναθρώπου. Μόνος του διάλεξε την κατάρα ο προδότης. Μόνος του είχε διαλέξει την κατάρα και ο πρώτος άνθρωπος και πλέον έπρεπε ο άνθρωπος να ζητήσει την σωτηρία. Δεν το έκανε, δεν μπορούσε, δεν ήξερε πως να το κάνει.
Και τι σοφίζεται ο Θεός ; Ο ίδιος ο Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος. Και ο Χριστός, ο τέλειος άνθρωπος, σαν άνθρωπος ο οποίος δεν είχε καμία αμαρτία εκλέγει και προτιμά την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και την ελευθερία του. Οπότε αρπάζει την ανθρώπινη φύση και την γυρίζει επάνω στον ουρανό. Έχασε επίγειο παράδεισο και του προσφέρει τώρα ουράνιο παράδεισο. Σαρκώθηκε ο Θεός για να μπορεί ο άνθρωπος να αποκτάει την θεότητα του Ιησού Χριστού. Και επομένως εφόσον έπρεπε να βρεθεί ο άνθρωπος να ζητήσει την έξοδο και την σωτηρία από το χάος και την καταστροφή της ζωής του ανθρώπου, βρέθηκε ο άνθρωπος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
Και από τότε η ελευθερία του ανθρώπου και η σωτηρία του ήταν τόσο εύκολο να κερδηθεί. Ένα λαχείο που το έβαλε στο χέρι του ο Θεός και οποιαδήποτε στιγμή το παίρνεις και πηγαίνεις και κερδίζεις, διότι τραπεζίτης είναι ο ίδιος ο Θεός. Επομένως νοιώσαμε τι σημαίνει πάθος, η φρίκη του ανθρώπου που δεν μπορεί να κάνει κάτι δυνατό. Τέτοια πάθη πόσα έχουμε όλοι μας, πάθη που μας δυναστεύουν, πάθη που θέλουμε ν’ απαλλαγούμε. Εφόσον με το πάθος του μας οδήγησε στην απάθεια ο Κύριος σημαίνει ότι μπορούμε κι εμείς πλέον να βγούμε από τα δικά μας τα πάθη και να οδεύσουμε προς την απάθεια.
Για να δούμε λοιπόν τώρα εμείς πως μπορούμε να λυτρωθούμε, πως προσωπικά είναι δυνατόν να πετύχουμε την προσωπική μας κάθαρση από τα πάθη μας ; Πρώτα απ’ όλα όπως λέγαμε προηγουμένως, πρέπει να θέλει κανένας για να τον βοηθήσει σε κάτι. Επομένως αρχή καθάρσεως από τα πάθη είναι η τελεία και πλήρης θέληση της καρδιάς μας. Αν δεν θέλω να λυτρωθώ από το πάθος είναι αδύνατον να μου φύγει. Το θέλειν είναι η αρχή της σωτηρίας, το θέλειν είναι η προϋπόθεση για να βαδίσουμε προς τον Θεό.
Γιατί χρειάζεται η δικιά μας η θέληση αφού ξέρει ο Χριστός ότι πρέπει νάμαστε ελεύθεροι, ότι κουραζόμαστε από τα πάθη, γιατί να μη μας λυτρώσει εκείνος ; Διότι εμείς θα σηκώσουμε τις συνέπειες του πάθους και της απαθείας, εμείς θα παλέψουμε, εμείς θα ζήσουμε, εμείς θα χαρούμε ή θα κλάψουμε και για αυτό πρέπει εμείς να το θέλουμε αυτό το πράγμα. Ο ίδιος ο άνθρωπος πρέπει να κινητοποιήσει όλες του τις δυνατότητες, όλη του την επιθυμία για να φτάσει στο προσδοκώμενο. Διότι για να αφήσω ένα πάθος το οποίο γεμίζει την καρδιά μου, μου δίνει μια ικανοποίηση στην πραγματικότητα, θα πρέπει να νοιώσω ξερίζωμα. Όταν είμαι θυμώδης και πρέπει να γίνω ήρεμος μου φαίνεται ότι θα χάσω τώρα και δεν θα μπορώ να κυβερνάω. Όταν είμαι υπερήφανος και πρέπει να γίνω ταπεινός, έχω την εντύπωση ότι οι άλλοι θα με πατάνε με τα πόδια τους. Νομίζω ότι με την υπερηφάνια κάτι είμαι. Πρέπει απ’ αυτό το κάτι να κενωθώ.
Λοιπόν είναι ανάγκη ο άνθρωπος να αδειάσει από τον εαυτό του για να φύγει ένα πάθος. Πως λοιπόν εκφράζεται η θέλησή μου να λυτρωθώ από ένα πάθος ; για παράδειγμα είμαι φιλοχρήματος ή είμαι ακηδιαστής δηλαδή είμαι ράθυμος , είμαι υπερήφανος, πως θα λυτρωθώ ; πως θα δείξω στον Θεό ότι θέλω να λυτρωθώ ; Χρειάζονται δυο πράγματα παράλληλα. Το ένα είναι η επιθυμία της απόρριψης του πάθους πιστεύοντας ότι το πάθος είναι έχθρα εναντίον του Θεού, δηλαδή πράγματι να επιθυμώ ν’ αφήσω το πάθος και ταυτόχρονα να θέλω να κάνω αυτό που ευχαριστεί τον Θεό. Αυτή όμως η επιθυμία μέσα μου, μου δημιουργεί πλέον μια εσωτερική απαίτηση.
Για να καταλάβετε θα σας φέρω παράδειγμα από την μοναχική πολιτεία. Γιατί κάποιος πηγαίνει στο μοναστήρι ; Διότι είναι ο τόπος που μπορεί να μένει καθαρός, ο τόπος από τον οποίο λείπουν τα προβλήματα, λείπουν τα εμπόδια, λείπουν οι κίνδυνοι και οι δυσκολίες. Πηγαίνω λοιπόν εκεί για να πάψω να έχω πάθη και να ευαρεστήσω τον Θεό. Το πρώτο που κάνει ο μοναχός είναι να ζητήσει έναν κανόνα. «Δώσε μου γέροντα, λέει, ένα, κανόνα». Αν ο Γέροντας δεν του δώσει κανόνα ο υποτακτικός νοιώθει ότι δεν ενδιαφέρεται γι αυτόν. Το πιστεύει, αν τον αγαπώ, πρέπει να του δώσω κανόνα. Ο κανόνας είναι κάτι το καθημερινό το οποίο κάθε μέρα το κάνω και με τον τρόπο αυτό γίνομαι ικανός να ζήσω την ζωή της απαθείας. Είναι ας πούμε ο κανόνας η αναπνοή των πνευματικών του πνευμόνων. Όπως χωρίς την αναπνοή δεν μπορώ να ζήσω έτσι είναι και κανόνας. Μη καταφρονήσεις ποτέ τον κανόνα σου διότι τότε τι θα πάθεις ; Εξουθενώνεσαι μόνος σου και γελοιοποιείσαι μπροστά στους ανθρώπους.
Όπως ένας που δεν μπορεί να αναπνεύσει, έτσι κι ένας που δεν έχει μόνιμο κανόνα. Η εγκατάλειψη του κανόνα είναι εγκατάλειψη της ζωής του. Είναι ο κανόνας σαν το λάδι που το βάζουμε στην καντήλα. Το άναμά της είναι η σχέση με τον Θεό. Πρέπει ο καθένας εν συνεννοήσει με τον πνευματικό του να έχει κάποιο κανόνα καθημερινό, που θα είναι η σχέση του με τον Θεό. Θα ξέρει ότι τώρα μιλάω στον Θεό, τώρα αναπνέω Χριστό, τώρα περπατώ και εγώ μαζί του όπως πάλαι ποτέ ο Αδάμ στον παράδεισο. Αυτή μου η σχέση με τον Θεό, αυτή μου η διάθεση της απαθείας για να πραγματοποιηθεί χρειάζεται να είναι έντονος ο πόθος του Θεού και να είναι μεγάλη η χαρά της καρδιάς μου. Δυο προϋποθέσεις άνευ των οποίων δεν υπάρχει Χριστός μέσα στην ανθρώπινη ζωή.
Αν δείτε κάποιον που ο πόθος του είναι μαραμένος είναι σαν νεκρός. Αν δείτε κάποιον που είναι μελαγχολικός, στενοχωρημένος, κατσούφης που δεν ξέρει να γελάσει, που δεν ξέρει να χαρεί μη πιστεύετε ότι αναπνέει Θεό. Η ψυχή πρέπει να δεθεί με τον θείο πόθο για να φτάσει μέχρι τον κτίστη της. Η ψυχή πρέπει να είναι περιχαρής, πρέπει να είναι εύθυμη και μάλιστα να έχει την χαρά και στις περιπτώσεις που την χάνουν οι άλλοι. Για παράδειγμα, αρρωσταίνει κάποιος και τον βλέπεις αμέσως και στενοχωρείται. Πρέπει να μάθω να χαίρομαι πάντοτε. Ότι και να συμβεί, ο Θεός ζει για μένα κι εγώ ζω για τον Θεό. Ότι κι αν θα γίνει δεν μπορεί ποτέ να με χωρίσει από τον Θεό. Επομένως αν σταματήσει η χαρά, αν σταματήσει ο πόθος της απαθείας, σταματάει αμέσως και η δυνατότητα της απαθείας, η δυνατότητα να έχουμε τον Θεό ολοσχερώς δικό μας.
Η χαρά είναι ο απαράβατος νόμος του πνευματικού αγώνα και της καρδιακής λειτουργίας. Δεν λειτουργεί η καρδιά αλλά ασφυκτιά και πνίγεται όταν δεν την βουτάμε μέσα στις καθημερινές μας χαρές. Μόνο αγαλλιώμενοι άνθρωποι μπορούν να φτάνουν στον Θεό. Επομένως ναι μεν θα κάμνουμε τον κανόνα μας αλλά όμως συν τω πόθω θα έχουμε την απερίγραπτη χαρά που δίνει ο Χριστός. Αλλ’ όμως για να μην είναι αμφίβολη αυτή η αγωνιστικότητά μου, για να είναι βεβαία η επιτυχία μου, εκτός από την χαρά χρειάζομαι τρία ακόμα πράγματα τα οποία θα σας παρακαλέσω να τα προσέξετε επειδή είναι πολύ κοινά, αλλά ξεχνάμε τα πιο κοινά πράγματα της ζωής μας.
Ποια είναι αυτά τα τρία που είναι αναγκαία για ν’ αποκτήσουμε την απαλλαγή από τα πάθη μας ; Το πρώτο είναι αυτό που το ονομάζουμε μετάνοια. Τι εννοώ μετάνοια ; Εννοώ τούτο. Να νιώσουμε, να πιστέψουμε ότι εγώ είμαι αμαρτωλός, ότι εγώ θέλω ν’ αλλάξω. Αν δεν πιστεύουμε ότι είμαστε οι χειρότεροι άνθρωποι του κόσμου δεν είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σε καμία απάθεια. Αν δεν καταλάβω ότι όσο με αγαπάει ο Θεός τόσο εγώ δουλεύω στο εγώ μου, πως θα κράξω μέσα από τον πόνο της αμαρτίας για να με ακούσει ο Θεός ; Διότι ο Θεός δεν πήγε στους δικαίους, πήγε στον τελώνη, πήγε στην πόρνη, ο Θεός πήγε στην χαμένη την δραχμή, πήγε στο χαμένο το πρόβατο. Ο Θεός απήλλαξε από τα πάθη αυτούς που ήταν μολυσμένοι. Πρέπει λοιπόν κι εγώ να ζω με την αίσθηση του μολυσμένου για να με απαλλάξει ο Θεός, να θέλω να πάψω να είμαι τοιούτος. Το πρώτο λοιπόν η μετάνοια, δηλαδή το νιώσιμο της αμαρτίας μου, την μετάνοια την πραγματική θα μου την δώσει ο Θεός.
Το δεύτερο είναι η αγάπη. Γιατί η αγάπη, τι χρειάζεται η αγάπη ; Διότι όταν ο άνθρωπος δεν αγαπά πλατειά, τι παθαίνει ; Όταν δεν αγαπά μέσα του ενοποιεί τις αντιδραστικές δυνάμεις και στρέφεται εναντίον των άλλων. Αν θα πει ο άλλος «πάμε από κει» αυτός θα πει «πάμε από δω». Ερχόμαστε σε μια αντίθεση με τον πρώτο τυχόντα. Γι αυτό χρειάζεται η αγάπη η οποία πιστεύει ότι πάντα το δίκιο το έχει ο άλλος. Πάντα το σωστό είναι με τον άλλο, πάντα αυτό που θα πει ο άλλος. Να κοιτάζω τον άλλο στα μάτια για να μπορέσω να καταλάβω τι θέλει. Και τότε μπορώ να πω ότι έχω αγάπη. Αγάπη δεν εννοούμε τρυφερότητες, δεν εννοούμε λόγια, δεν εννοούμε αισθήματα, αλλά αυτό το να προηγείται ο έτερος. Η έλλειψη λοιπόν τέτοιας αγάπης δημιουργεί μια αντίδραση μέσα μας και μας αποκλείει, μας ξεμοναχιάζει. Και καταλαβαίνετε ότι απομονωμένος άνθρωπος δεν είναι παρά ένας άρρωστος άνθρωπος. Η αρρώστια της απομονώσεως θεραπεύεται πρωταρχικά μ’ αυτό τον τρόπο, του να προηγείται ο άλλος.
Επομένως χρειάζεται το νιώσιμο της αμαρτίας, μια τέτοια αγάπη και τρίτον μια σχετική ησυχία. Ταραγμένος άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αν δεις τον άντρα σου ταραγμένο και του ζητήσεις κάτι θα σε βρίσει. Αν η γυναίκα σου είναι κουρασμένη από το παιδί και της πεις «γιατί το φαγητό δεν το έχεις έτσι» θα πάει να το χύσει αυτό που έχει κάνει. Έτσι είναι ο άνθρωπος. Δεν έχουμε αντοχή πολλή, έχουμε νεύρα, έχουμε καρδιές, έχουμε σπλάχνα, και αλλάζουμε από ώρα σε ώρα. Έρχομαι εγώ σε σένα και σου λέω «έλα σε παρακαλώ να με βοηθήσεις» αλλά εσύ την ώρα εκείνη έχεις τον δικό σου πόνο, έχεις τον αγώνα σου, έχεις την αμαρτία σου. Έρχομαι και σου ζητάω κάτι για τον εαυτό μου αλλά εσένα προηγουμένως μπορεί να σου είπανε ότι πέθανε η μητέρα σου ή η καρδιά σου είναι βυθισμένη στην θλίψη. Δεν μπορώ να ξέρω τι κρύβεται στην καρδιά του άλλου. Οι άνθρωποι είμαστε πολύ εύκολοι να σπάμε, οι άνθρωποι είμαστε έτοιμοι να πέσουμε, είμαστε έτοιμοι να κατρακυλήσουμε.
Δεν βλέπετε πως φωνάζουν οι ψυχές ; Βγαίνεις με κάποιον βόλτα να χαρείς, και ύστερα στην μέση θυμάται κάτι κι αυτός και αλλάζει και μουτρώνει. Του λες μια φράση την παρεξηγεί και από την μέρα εκείνη φεύγει μακριά. Βλέπεις τον σύζυγο και την σύζυγο μέρα νύχτα μαζί και πόσες φορές δεν μπορούν ν’ ανταλλάξουν μια κουβέντα. Τέτοιοι είμαστε όλοι οι άνθρωποι. Τα νεύρα μας δεν αντέχουν, οι καρδιές μας είναι πολύ ευαίσθητες και πρέπει να ενωθούμε με τον Θεό για ν’ αποκτήσουμε δύναμη. Λοιπόν μας χρειάζεται ησυχία, μας χρειάζεται αταραξία, μας χρειάζεται το αντίθετο από την κόπωση για να μπορούμε να μετανοούμε και να μπορούμε ν’ αγαπάμε.
Όταν είσαι κουρασμένος όσο και να με αγαπάς δεν θα μου δώσεις σημασία. Όταν είσαι ξεκούραστος θυσία θα γίνεις, θα κόψεις το κεφάλι σου για να με βοηθήσεις. Λοιπόν η ησυχία είναι ο φυσικός τόπος της πνευματικής ζωής. Είναι ο φυσικός τρόπος να κόψουμε τα πάθη μας και ν’ αποκτήσουμε μια προκοπή. Η ησυχία είναι το καλύτερο για να μπορώ ν’ αγαπώ τον Θεό. Και αν μεν ένας είναι στο μοναστήρι την ησυχία την έχει τόσο κοντά του όσο έχει το φως του ήλιου που χτυπάει μέσα στα μάτια του και μπαίνει μέσα από αυτά. Αλλά όμως στον κόσμο πως θα γίνει να έχω ησυχία ; Θα προχωρήσουμε γι αυτό παρακάτω.
Επομένως αν θέλω να κόψω τα πάθη μου πρώτον είπαμε πρέπει να νοιώθω την αμαρτία μου. Και πάει κάποτε ένας σ’ έναν άγιο πνευματικό για να πάρει την ευχή του. Φόρεσε το πετραχήλι ο ιερεύς και του λέει «λέγε παιδί μου». Ο άνθρωπος ήταν πολύ ευσεβής, εξομολογείτο συχνά και του λέει «πάτερ δεν έχω τίποτα να σας πω». Τι έπρεπε να κάνει ο πνευματικός ; Να χαρεί. Ξέρετε τι του είπε ; «Τότε πήγαινε σε παρακαλώ να αμαρτήσεις και έλα να εξομολογηθείς την αμαρτία σου». Καταλάβατε τι βαθύ νόημα έχει αυτό ; Πολύ περισσότερο μας οδηγεί η αμαρτία μας στον παράδεισο διότι μας πηγαίνει στην μετάνοια, ενώ η καλοσύνη μας και η δικαιοσύνη μας, μας κάνει να μην νοιώθουμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, ενώ κι εμείς είμαστε αμαρτωλοί όπως όλοι οι άλλοι.
Την αγάπη μας κατόπιν και την ησυχία μας. Αυτός είναι ο τόπος μας. Και τώρα θ’ απαντήσω το ερώτημά σας τι να κάνουμε για να γίνουμε απαθείς. Θα τονίσω δυο πράγματα σ’ αυτά που συζητάμε. Λέμε ότι θέλουμε να κόψουμε τα πάθη, αλλά για να μπορέσουμε να τα κόψουμε πρέπει να έχουμε μια γνώση ακριβεστέρα περί των παθών. Είπαμε προηγουμένως ποια είναι η ουσία του πάθους. Η ουσία του πάθους είναι η αμαρτία της απομακρύνσεώς μας από τον Θεό και η ετεροκρατία που μπαίνει μέσα μας. Αλλά δεν αρκεί να το γνωρίζουμε. Πρέπει να ξέρουμε ότι τα πάθη και οι πειρασμοί όσο κι αν μας εκφοβίζουν, εν τούτοις όμως πολλάκις μας ταπεινώνουν. Βλέπεις κάποιον και είναι μέθυσος και όταν θα πάει στον πνευματικό λέει «Γέροντα μέσα μου έχω τον διάβολο, είμαι μέθυσος». Αν δεν ήταν όμως θα έλεγε «είμαι πολύ καλός».
Λοιπόν τα πάθη μας και οι πειρασμοί μας είναι κακά, εν τούτοις όμως είναι και καλά, διότι είναι δρόμοι προς τον Θεό. Μας χαρίζουν μια εμπειρία της ζωής, μας βοηθούν να καταλάβουμε τα έγκατά μας, μας βοηθούν ν’ αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας, τις αδυναμίες μας, γι αυτό και ο Μέγας Αντώνιος έλεγε «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος». Αν βγάλουμε όλους τους πειρασμούς από τους ανθρώπους και σκοτώσουμε και τον διάβολο, τότε δεν θα σωθεί κανένας. Γιατί πως θα ταπεινωθεί ο άνθρωπος ; Είμαστε τόσο υπερήφανοι ώστε πρέπει να μας χτυπήσει η βαριοπούλα της αμαρτίας επάνω μας και να πούμε «Ωχ πονώ, Θεέ μου βοήθησέ με». Το πάθος είναι τρομερό, ο πειρασμός είναι επικίνδυνος, αλλά εν τούτοις ολόκληρος η αμαρτία μας μη νομίζετε ότι είναι τόσο δύσκολη και μεγάλη για να την αποφύγουμε.
Η αμαρτία μας χωρίζει από τον Θεό, αλλά όμως η αμαρτία δεν είναι ένας γίγαντας ακατανίκητος. Επομένως ούτε και τα πάθη. Η αμαρτία είναι πραγματικά ψοφοδεής, δηλαδή όπως ο λαγός που φοβάται και κάνει θόρυβο για να νοιώσει μια ασφάλεια έτσι είναι και η αμαρτία. Με φοβάται η αμαρτία, με φοβάται κι εγώ την φοβάμαι και γι αυτό δεν μπορώ να την κόψω. Λοιπόν αμαρτία δεν υπάρχει. Υπάρχει η αρετή, υπάρχει ο Θεός, αλλά όμως δεν υπάρχει αμαρτία. Αμαρτία είναι η δική μου η δειλία που με οδηγεί μακριά από τον Θεό. Η αμαρτία είναι ανυπόστατος και αδύναμος να επικρατήσει στην βούληση του ανθρώπου. Είναι ένα σκοτεινό σύμπτωμα της μερίμνης, της αγωνίας, του άγχους, της παρρησίας του ανθρώπου, του εγωισμού του. Η αμαρτία είναι, ας το πούμε έτσι, η αναπνοή του αυτοειδώλου μου.
Είπαμε προηγουμένως ποια είναι η αναπνοή του ανθρώπου που συνεργάζεται με τον Θεό. Όταν όμως ανακηρύσσω θεό τον εαυτό μου τότε αμαρτία είναι η αναπνοή μου. Η αμαρτία απομακρύνεται αμέσως από κοντά μου όταν εγώ ενθυμηθώ ότι είμαι αμαρτωλός, διότι με την μνήμη αυτή με πλησιάζει ο Θεός. Το κακό δεν είναι ότι μας περιτριγυρίζει, ούτε οι αμαρτωλοί ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν μπορεί να μας βλάψει αν εγώ θέλω να νικήσω με την χάρη του Θεού. Και οι άλλοι και εγώ πρέπει να το καταλάβουμε ότι συζούμε μέσα στη ζωή και βλέποντας ότι δεν νικάμε τα πάθη απογοητευόμαστε. Βλέποντας τους πειρασμούς μας πιάνει μια τραγική δειλία. Όχι. Χίλια χρόνια να παιδεύεσαι μέσα στην αμαρτία για να την νικήσεις θα πας στον παράδεισο, διότι αυτός ο αγώνας δείχνει ότι θέλεις τον παράδεισο και ο Θεός μας δίνει αυτό που θέλουμε.
Το πρόβλημα είναι όχι τι κάνω, είναι τι θέλω, τι αγωνίζομαι για να επιτύχω. Μη λοιπόν φοβάσαι και ανησυχείς αν βλέπεις ότι σήμερα εσύ είσαι αμαρτωλός. Σήμερα ναι είμαι αμαρτωλός, αλλ’ όμως δεν εγκαταλείπω τον Θεό μου και αυτόν καλώ να με βοηθήσει. Όσο και να θέλουμε μέσα στην εκκλησία μας θα συζούμε δίκαιοι και αμαρτωλοί. Θα συζούμε άγιοι και άνθρωποι εμπαθείς. Αλλά οι άγιοι μπορεί να πέσουν αύριο και ο εμπαθής προσελκύει του Θεού την προσοχή και αύριο πιθανόν να γίνει άγιος. Θυμάστε τι ωραία που λέγει ο Ησαΐας «θα βοσκήσουν μαζί λύκοι με πρόβατα, παρδάλεις με κατσίκια, λιοντάρια με μοσχάρια». Έτσι είναι η εκκλησία. Ζούμε πλάι πλάι, εσύ που είσαι λύκος κι εγώ που είμαι αρνί. Δεν το καταλαβαίνω τι είσαι εσύ, ούτε εσύ ξέρεις τι είμαι εγώ. Ο Θεός μόνο γνωρίζει ποιος είναι λύκος και ποιος αρνί. Διότι εμείς συνηθίζουμε να δικαιώνουμε τον εαυτό μας.
Το λέγει ο Χριστός «αφήστε τα ζιζάνια μέσα στο χωράφι μου». Μας αφήνει ο Θεός και ζούμε αμαρτωλοί και δίκαιοι χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τι μας συμβαίνει, τόση είναι η πατρική αγάπη του Θεού. Ζούνε μέσα στην εκκλησία άνθρωποι που είναι τόσο άγριοι, τόσο θηριώδεις, και ηρεμούν μέσα στην εκκλησία και γίνονται σαν λιοντάρια που έγιναν τόσο ήμερα που τους δίνει ο άνθρωπος να φάνε άχυρα. Βλέπετε πόσο κοντά μας έχει, πλούσιους και πτωχούς, για να μην έχουμε πεποίθηση παρά μόνο στον Θεό. Καμία πεποίθηση από την δικαιοσύνη μας και καμία απογοήτευση από την αμαρτία μας.
Πηγαίνεις σε κάποιον που τον ήξερες πως είναι άγιος. Αυτή η σοφία του Θεού είναι πραγματική οικονομία. Ξέρει ο Θεός το παιδάκι του που το έπλασε. Όπως ξέρεις το σπλάχνο σου εσύ, έτσι ξέρει ο Θεός τον άνθρωπο και καταφέρνει με την οικονομία να μας μεταβάλλει τις διαθέσεις και να γινόμαστε πρόβατα ειρηνικά της ποίμνης του Κυρίου. Τα πάθη μας περιλούζουν, μας κατακλύζουν, βροχή που πέφτει πάνω μας ατελείωτη. Όμως δεν έχει αυτό σημασία. Έχει σημασία το αμέτρητο έλεος του Θεού. Πολεμούνται και νικώνται τα πάθη, επειδή ο άνθρωπος από την αφύσικη κατάσταση του πάθους, επιστρέφει πολύ εύκολα στην φυσική κατάσταση της απαθείας.
Και επιτέλους ας μην ξεχνάμε, ότι το πάθος δεν θα το νικήσουμε εμείς. Μπορείς να βάλεις το χέρι σου μέσα στην καρδιά σου ; δεν μπορείς. Μπορεί μόνο ο Θεός. Μπορείς να βάλεις το χέρι σου στην ψυχή σου και να την κάνεις διαφορετική ; δεν μπορείς. Τα πάθη λυτρώνονται από τον Θεό. Καμιά φορά λέμε «Ω Θεέ μου, πως θα μπορέσω να το κόψω ;». Μα δεν έχεις τίποτα να κόψεις εσύ. Θα στο κόψει ο Θεός. Όσο και να τρέχεις και να θέλεις δεν θα κάνεις τίποτα. «Το εκριζώσαι την αμαρτία και το συνόν κακό, τούτο μόνο τη θεία δυνάμει δυνατόν εστί κατορθώσαι» λέει ένας άγιος. Λοιπόν ειρήνευε λέει, έχε θάρρος, δεν μπορεί ο Θεός να σου κόψει το πάθος ; Αφού μπορεί, και σε κάλεσε για την αρετή, θα στο κάνει ο Θεός.
Εσύ πάλεψε όσο θέλεις, αγωνίσου μέσα στη ζωή, όχι για να κόψεις το πάθος, αλλά για να δείξεις την αγάπη σου προς τον Θεό. Είναι εύκολο μπροστά μας να κρατούμε την αίσθηση της παρουσίας του αοράτου Θεού και εκείνο θα μας κάνει όλα τα θαύματα που χρειαζόμαστε. Δικά μας είναι τα αμαρτήματα, του Θεού είναι τα θαύματα. Μπορούμε από τα αποτελέσματα όμως να παρακολουθούμε την χάρη του Θεού πόσο εξαπλώνεται μέσα στην καρδιά μας. Αν ένα πάθος φύγει, είναι δυνατόν να επανέλθει. Όταν επανέρχεται φταίμε εμείς. Φεύγει από το θαύμα του Θεού κι έρχεται από την δικιά μας την ευθύνη. Όταν δε κράξουμε στον Θεό αγαπητοί μου, δεν μας χαρίζει μόνο την απαλλαγή από το πάθος, αυτό δεν είναι τίποτα. Μας κάνει ακόμα σοβαρότερα πράγματα.
Ο Θεός βοηθάει για να φτάσουμε σε μια τελειότητα περισσότερη. Πολλάκις κράζοντας στον Θεό έχουμε την εντύπωση ότι ο Θεός δεν ακούει και λέμε «που είσαι Θεέ κρυμμένος ;». Έχουμε την εντύπωση πως δεν μας βλέπει, πως μάς έχει ξεχασμένους, διότι βιαζόμαστε συνήθως οι άνθρωποι. Ο Θεός ξέρει όμως. Όταν δεν σ’ ακούει, όταν νομίζεις πως δεν σ’ αγαπά, όταν νομίζεις πως δεν προστρέχει για να σου γλυκάνει την καρδιά, να ξέρεις κοιμάται μπροστά στην πρύμνη όπως κοιμόταν και με τους μαθητές. Και όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή είπε στην θάλασσα «σιώπα, πεφίμωσο». Όταν θαρθεί η ώρα και η στιγμή που είναι το συμφέρον σου θαρθεί ο Θεός και θα πεί στο πάθος σου «σιώπα» και θα σιωπήσει το πάθος.
Και δεν θα σταματήσει μόνο το πάθος, αλλά όμως θα βοηθήσει κι εμάς για να αποκτήσουμε συμπαθή και ελεήμονα καρδιά και θα μας εξασφαλίσει και την κάθαρση, ακόμα και την μετουσία του Θεού. Θα μας βοηθήσει να γίνουμε κι εμείς ότι είναι ο Θεός, θα μας καταργήσει την σκλαβιά της αμαρτίας, τον τύραννο του πάθους θα τον πετάξει μακριά. Και όπως βλέπουμε να έρχεται η άνοιξη και πίσω της ακολουθεί το καλοκαίρι με τα φρούτα και με τα σιτηρά, έτσι να ξέρετε σαν ωραιότατη άνοιξη έρχεται η κάθαρση, έρχεται η θέωση, έρχεται η απάθεια, έρχεται η εν Χριστώ ζωή. Τα ελπιζόμενα και τα προσδοκώμενα αγαθά, θα γίνουν μια πραγματική συντροφιά της καρδιάς μας.